βούκινο

βούκινο
το обл труба, рог;

§ κάνω βούκινο — поносить, позорить


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "βούκινο" в других словарях:

  • βούκινο — Χάλκινο πνευστό όργανο, με οξύ ήχο, το οποίο χρησιμοποιούσαν στη ρωμαϊκή εποχή. Στους βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν βυκάνη, και βουκινάτορες ή βουκινάριοι οι σαλπιγκτές. Το β. ήταν πολύ διαδεδομένο στη Γαλλία και κατά την εποχή της Γαλλικής… …   Dictionary of Greek

  • βούκινο — το (λ. λατ.) 1. σάλπιγγα από κέρατο. 2. κοχύλι που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα. 3. μτφ., μυστικό που το μαθαίνει όλος ο κόσμος: Η οικογενειακή τους ιστορία έγινε βούκινο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρόμπα — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαίας προέλευσης, το οποίο για μεγάλο διάστημα χρησιμοποιήθηκε μόνο για στρατιωτικά σαλπίσματα. Οι αρχαίες τ., κυρίως από ορείχαλκο και ασήμι, είχαν διάφορες μορφές και ονομασίες: π.χ. τούμπα (σάλπιγγα), ένας ίσιος και… …   Dictionary of Greek

  • βουκάνη — βουκάνη, η (Μ) μουσικό όργανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αρχ. μτγν.) βυκάνη* «βούκινο»] …   Dictionary of Greek

  • βουκινίζω — (Μ βουκινίζω και βυκανίζω) φυσώ το βούκινο, σαλπίζω …   Dictionary of Greek

  • βυκάνη — η (AM) το βούκινο. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για δάνεια λ. από το λατ. būcina με επίθημα ina κατά το πρότυπο του μηχανή > māchina, ενώ κατ άλλους βυκάνη < *būcana, από την Ελληνική της Κάτω Ιταλίας. ΠΑΡ. βυκανητής αρχ. βυκανώ] …   Dictionary of Greek

  • εμβυκανώ — ἐμβυκανῶ ( άω) (Α) σαλπίζω με βούκινο …   Dictionary of Greek

  • ιωβηλαίο — (Jubilaeum). Έτσι ονόμαζαν οι Εβραίοι το τελευταίο έτος κάθε πεντηκονταετίας. Το εβραϊκό I. ήταν έτος πλήρους ανάπαυσης, αφιερωμένο στον Θεό. Ο θεσμός αυτός είχε για το εβραϊκό έθνος ιδιαίτερη κοινωνική σημασία, αφού τα χωράφια και τα σπίτια που… …   Dictionary of Greek

  • κάνω — και κάμνω (AM κάμνω, Μ και κάνω) κατασκευάζω, δημιουργώ, φτειάχνω (α. «δεν τήν έκανες καλά τη βιβλιοθήκη» β. «οὐδ ἄνδρες νηῶν ἔνι τέκτονες, οἵ κε κάμοιεν νῆας ἐϋσσέλμους», Ομ. Οδ.) νεοελλ. 1. επιχειρώ κάτι, προσπαθώ ή αρχίζω μια ενέργεια (α.… …   Dictionary of Greek

  • κερατοβούκινον — κερατοβούκινον, τὸ (Μ) βούκινο κατασκευασμένο από κέρατο …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γλώσσα — ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις αρχαιότερες γλώσσες στον κόσμο και οπωσδήποτε η παλαιότερη ζωντανή γλώσσα στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες αρχαίες γλώσσες που χάθηκαν μαζί με τους λαούς που τις μιλούσαν, όπως η… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»